Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

ΘΑ ΠΑΡΩ ΜΙΑΝ ΑΝΗΦΟΡΙΑ ΘΑ ΠΑΡΩ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ...



28 Φεβρουαρίου 1938. Σε ένα χωριό της Πάφου, την Τσάδα, γεννιέται ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, το τέταρτο παιδί του Μιλτιάδη Παλληκαρίδη και της Αφροδίτης Παπαδανιήλ. Ένας ακατανίκητος επαναστάτης, ένας νέος με άσβεστη τη φλόγα για δικαιοσύνη, ελευθερία και Ένωση, ένας αγωνιστής με δυνατή προσωπικότητα που ενέπνεε τους συμμαθητές του και ολόκληρο τον Ελληνισμό της Κύπρου. Ο μικρότερος από τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ, που έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή στην αγχόνη, για την λευτεριά, ξημερώματα της 14ης Μαρτίου 1957, στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας.
1η Ιουνίου 1953 και οι Άγγλοι γιορτάζουν την στέψη της νέας βασίλισσας σε όλες τους τις αποικίες, ανάμεσά τους και η Κύπρος. Με αφορμή την ανάρτηση της αγγλικής σημαίας στη θέση της Ελληνικής στο Ιακώβειο Γυμναστήριο στην Πάφο, οργανώνεται εκδήλωση διαμαρτυρίας από τους μαθητές. Ο 15χρονος τότε Ευαγόρας, αναρριχάται στον ιστό, κατεβάζει τη σημαία του κατακτητή και την ρίχνει κάτω. Οι άλλοι μαθητές την ξεσκίζουν και της δίνουν φωτιά και τότε η σύγκρουση μεταξύ Άγγλων – οι οποίοι ενισχύονται από Τούρκους – και μαθητών θεωρείται αναπόφευκτη και παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Την ίδια στιγμή, ο Ευαγόρας κατακλύζεται από έντονη επιθυμία να σπάσει τα δεσμά που τον πνίγουν, κατακυριεύεται από τον πόθο για λευτεριά. Και δεν μένει μόνο στα λόγια…
Έφηβος ακόμη, οργανώνει αντιβρεττανικές διαδηλώσεις στην Πάφο, κινητοποιεί τους συμμαθητές του και πρωτοστατεί στις διαδηλώσεις εναντίον της δίκης των 13 κρατουμένων σχετικά με την μεταφορά όπλων στις 25 Ιανουαρίου με το πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος». Η εφηβική του ψυχή δεν ησυχάζει. Τον Απρίλιο του 1955 ορκίζεται μέλος της ΕΟΚΑ.
Τον Νοέμβριο του 1955, οι μαθητές του Γυμνασίου συγκεντρώνονται για την προετοιμασία διαδήλωσης ως αντιπερισπασμό. Οι στρατιώτες έχουν ρητές εντολές να πυροβολήσουν αδιακρίτως τους διαδηλωτές. Ο Ευαγόρας κτυπάει Άγγλους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν δεμένο και κτυπούσαν ένα συμμαθητή του, προκειμένου να τον ελευθερώσει από τα χέρια τους. Συλλαμβάνεται και οδηγείται στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετείχε παράνομα σε οχλαγωγίες. Δεν παραδέχεται την κατηγορία και έτσι η δίκη αναβάλλεται για τις 6 Δεκεμβρίου.
5 Δεκεμβρίου 1955. Παραμονή της δίκης και ο Ευαγόρας πλησιάζει τον πατέρα του. « Πατέρα, αύριο είναι η δίκη μου. Ξέρω ότι από το δικαστήριο θα γλιτώσω, μα η αστυνομία θα με συλλάβει και θα με στείλει στο Κάστρο. Εγώ στη φυλακή δεν μπορώ να μείνω. Αν δεν μπορέσω να δραπετεύσω, θα σκοτώσω κανέναν από τους φρουρούς και θα με σκοτώσουν. Προτιμώ να φύγω, να βγω στο βουνό». Στη συνέχεια, πηγαίνει κρυφά στο σχολείο του και αφήνει πάνω στην έδρα το ύστατο γράμμα του αποχαιρετισμού, προς τους συμμαθητές και καθηγητές του :

Παλιοί συμμαθηταί,
Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μην τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του. Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ

Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα’ χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα’ ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ’ ανεβώ, θα μπω σ’ ένα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.
Μεσ’ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ’ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.
Γεια σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας.
Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο,
Ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια
να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα.
Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.


Και έτσι, φεύγει στα βουνά αντάρτης να συνεχίσει τον αγώνα. Παίρνει μέρος σε πολλές επιθέσεις και δολιοφθορές κατά των Άγγλων και μαζί με συναγωνιστές του μεταφέρει όπλα και τρόφιμα. Επικηρύσσεται με το ποσό των 5000 λιρών.
Στις 18 Δεκεμβρίου 1955, κατά την μεταφορά όπλων και τροφίμων στο χωριό Λυσός της Πάφου, μαζί με άλλους δυο συναγωνιστές του, βρίσκονται αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι δυο συναγωνιστές του Ευαγόρα καταφέρνουν να διαφύγουν, αλλά ο ίδιος συλλαμβάνεται. Κατηγορείται για κατοχή και διακίνηση οπλισμού και μεταφέρεται στη Λευκωσία. Η δίκη ορίζεται για τον Μάρτη. Στη δίκη δεν αφήνει περιθώρια υπεράσπισης στους δικηγόρους του, αφού παραδεχόμενος ενοχή δηλώνει με στόμφο : «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Εκείνο όμως το οποίον έχω να είπω, είναι τούτο. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτε άλλο!».


13 Μαρτίου 1955. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, στα 18 του μόλις χρόνια, οδηγείται στην αγχόνη. «Γεια σας αδέλφια… Γεια σας λεβέντες… Ελπίζω να ‘μαι ο τελευταίος που εκτελούν… Αδέλφια συνεχίστε τον αγώνα. Εγώ βαδίζω στην αγχόνη γελαστός, αποφασιστικός και υπερήφανος». Ο Ευαγόρας διψούσε για τον θάνατο που φέρνει λευτεριά, η μοίρα του γραμμένη για μια πορεία που μόνο προς την ελευθερία και την αθανασία οδηγούσε. Μεσάνυκτα οδηγείται στην αγχόνη. «Θάρρος έχω πολύ. Αυτή τη στιγμή περνώ την είσοδο του ικριώματος…». Χωρίς φόβο, με ψηλά το κεφάλι, υπερήφανος τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο, τραγουδά την Κύπρο, την Ελλάδα, την Λευτεριά, την Ένωση.


ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ Ο ΑΓΩΝ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
ΜΑΥΡΕΣ ΤΑΞΙΑΡΧΙΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου